
Μία από τις πιο γνωστές έννοιες που παρουσιάζονται στο εμβληματικό έργο του Michel Foucault (1995), Επιτήρηση και Τιμωρία, είναι το Πανοπτικόν. Αναπτύσσοντας το αρχιτεκτονικό σχέδιο του Jeremy Bentham του 18ου αιώνα για μια νέα φυλακή, ο Foucault (1995) επιδίωξε να αναδείξει τους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους η διαρκής επιτήρηση που ενσωματώνει το Πανοπτικόν εκδηλώνεται στη σύγχρονη κοινωνία, με σκοπό να παράγει «μια κατάσταση συνείδησης και μόνιμης ορατότητας που διασφαλίζει την αυτόματη λειτουργία της εξουσίας». Στο παρών άρθρο, αξιοποιούμε την έννοια του πανοπτισμού προκειμένου να διερευνήσουμε τις βιωμένες εμπειρίες μας τόσο στο επίπεδο της σχολικής τάξης όσο και στο επίπεδο της σχολικής διοίκησης. Ειδικότερα, εξετάζουμε τους τρόπους με τους οποίους ο πανοπτισμός λειτουργεί μέσω «ιεραρχικών δικτύων» (Foucault, 1995, σ. 220) που περιλαμβάνουν μαθητές, εκπαιδευτικούς, διευθυντές σχολείων και διοικητικά στελέχη της εκπαίδευσης.
Για τον Foucault (1980, 1990, 1995), η σύγχρονη εμπειρία μας της εξουσίας συνιστά μια δύναμη που διαπερνά όλες τις καταστάσεις, όλους τους ανθρώπους και όλες τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες. Αντί να αποτελεί κάτι που κατέχουν ορισμένα άτομα, η εξουσία κυκλοφορεί και αναπαράγεται μέσα από τις σχέσεις, ενώ οι επιδράσεις της εσωτερικεύονται από τα υποκείμενα: «η εξουσία διεισδύει στον ίδιο τον πυρήνα των ατόμων, αγγίζει τα σώματά τους και εγγράφεται στις πράξεις και τις στάσεις τους, στους λόγους τους, στις διαδικασίες μάθησης και στην καθημερινή τους ζωή» (Foucault, 1980, σ. 39). Έτσι, τα άτομα ως υποκειμενικότητες τόσο επηρεάζονται από τις σχέσεις εξουσίας όσο και συμβάλλουν στην αναπαραγωγή τους.
—————————————————————————————————————————————————————————————————–
Παράδειγμα πανοπτικού μοντέλου στη σχολική ζωή από έναν εκπαιδευτικό (και συγγραφέα του πρωταρχικού κειμένου)
Η επιτήρηση αποτελεί βασικό στοιχείο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ένας εκπαιδευτικός περιγράφει πώς, κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας του στο λύκειο, οργάνωνε την τάξη με τρόπο ώστε να μπορεί να βλέπει όλους τους μαθητές ταυτόχρονα. Παρακολουθούσε τη συμπεριφορά τους, κατέγραφε αν ήταν συνεπείς, αν συμμετείχαν στο μάθημα και αν ολοκλήρωναν τις εργασίες τους. Παράλληλα, χρησιμοποιούσε ανταμοιβές και κυρώσεις, όπως βαθμούς συμμετοχής, παρατηρήσεις ή άλλες ποινές, για να ενθαρρύνει τη συμμόρφωση στους κανόνες της τάξης.
Ο σκοπός αυτής της συνεχούς παρακολούθησης δεν ήταν μόνο ο έλεγχος των μαθητών, αλλά και η διαμόρφωση συγκεκριμένων προτύπων συμπεριφοράς. Όταν οι μαθητές γνωρίζουν ότι παρακολουθούνται και αξιολογούνται, συχνά αρχίζουν να ελέγχουν μόνοι τους τη συμπεριφορά τους, ακόμη και όταν ο καθηγητής δεν τους παρακολουθεί άμεσα. Αυτό το φαινόμενο θυμίζει το «Πανοπτικόν» του Michel Foucault, όπου η πιθανότητα της συνεχούς επιτήρησης οδηγεί τα άτομα στην αυτοπειθαρχία.
Ωστόσο, ο εκπαιδευτικός προχωρά σε έναν κριτικό αναστοχασμό των πρακτικών του. Αναγνωρίζει ότι σκοπός του δεν ήταν να ασκήσει εξουσία ή να ελέγξει τους μαθητές του, αλλά να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για μάθηση. Παρ’ όλα αυτά, μέσα από τη φουκωική οπτική διαπιστώνει ότι η συνεχής επιτήρηση, η καταγραφή της συμπεριφοράς και η χρήση ανταμοιβών και κυρώσεων συνέβαλαν στη διαμόρφωση συγκεκριμένων προτύπων συμπεριφοράς και περιόρισαν τους αποδεκτούς τρόπους δράσης των μαθητών.
Ο εκπαιδευτικός εντοπίζει έτσι μια βασική αντίφαση της διδασκαλίας: από τη μία πλευρά οι εκπαιδευτικοί χρειάζεται να θέτουν όρια και κανόνες για να υποστηρίζουν τη μάθηση, ενώ από την άλλη επιδιώκουν να καλλιεργούν την αυτονομία και την ανεξαρτησία των μαθητών. Αναρωτιέται, μάλιστα, αν πρακτικές που θεωρούσε ενδυναμωτικές, όπως η βοήθεια των πιο προχωρημένων μαθητών προς τους συμμαθητές τους, ενίσχυαν πραγματικά την ελευθερία και τη συνεργασία ή αν απλώς διεύρυναν τα δίκτυα επιτήρησης μέσα στην τάξη. Με αυτόν τον τρόπο, το παράδειγμα δείχνει πώς η εξουσία, σύμφωνα με τον Foucault, δεν ασκείται μόνο από τον δάσκαλο, αλλά διαχέεται στις καθημερινές σχέσεις και πρακτικές της σχολικής ζωής.
Έπειτα, ο ίδιος επισημαίνει ότι η επιτήρηση στο σχολείο δεν αφορά μόνο τους μαθητές. Ενώ παρακολουθούσε και αξιολογούσε τους μαθητές του, ταυτόχρονα βρισκόταν και ο ίδιος υπό συνεχή έλεγχο από τον διευθυντή του σχολείου. Ο διευθυντής μπορούσε να παρακολουθήσει το μάθημά του χωρίς προειδοποίηση, να εξετάσει τις επιδόσεις του και να τον αξιολογήσει. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο εκπαιδευτικός να συμμορφώνεται περισσότερο με τους σχολικούς κανόνες και να εφαρμόζει πιο αυστηρά τις πρακτικές ελέγχου μέσα στην τάξη.
Μέσα από αυτό το παράδειγμα αναδεικνύεται η άποψη του Foucault ότι η εξουσία λειτουργεί μέσω ενός δικτύου ιεραρχικών σχέσεων. Κάθε άτομο μπορεί ταυτόχρονα να επιτηρεί άλλους και να επιτηρείται από άλλους. Έτσι, η διατήρηση της τάξης και της πειθαρχίας δεν εξαρτάται από ένα μόνο πρόσωπο, αλλά από ολόκληρο το σύστημα. Σύμφωνα με τον Foucault, αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό του Πανοπτικού: η εξουσία ασκείται συνεχώς μέσα από ένα πλέγμα αμοιβαίας επιτήρησης, ανεξάρτητα από το ποιος κατέχει κάθε φορά τη θέση του ελεγκτή.
—————————————————————————————————————————————————————————————————–
Το παραπάνω παράδειγμα δεν αποτελεί μια μεμονωμένη εμπειρία, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο καθημερινών πρακτικών επιτήρησης που χαρακτηρίζουν τη σχολική ζωή. Ο κατασταλτικός χαρακτήρας της μαζικής επιτήρησης, που ξεκινάει από τη σχολική ζωή, λειτουργεί ως κινητήριος μοχλός του για την επιβολή της εξουσίας. Ως εκ τούτου σχηματίζει τις κοινωνικές μας σχέσεις εφόσον επιβάλλεται σε κάθε πτυχή της ζωής μας, ώσπου γίνεται “κανονικότητα”. Και ποιο άτομο δεν έχει νιώσει στο πετσί του την επιτήρηση κατα τη διάρκεια μαθημάτων στο σχολείο και των εξετάσεων στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Και ποιο άτομο δεν έχει φτάσει στο σημείο να αποβληθεί, ή να κυνδινέψει με αποβολή επειδή τόλμησε να μιλήσει στο διπλανό του? Και πιο άτομο δεν υποβλήθηκε στην απάνθρωπη διαδικασία της αξιολόγησης μέσω βαθμολόγησης? Και ποιο άτομο από το μετερίζι του εκπαιδευτικού δεν υποβλήθηκε σε αξιολόγηση από το διευθυντή του? Και μήπως δεν έιναι πρόσφατες οι επιβεβλημένες κρατικές αξιολογήσεις των εκπαιδευτικών που καλούνται να συμμορφωθούν με βάση τα πλαίσια που θέτει η κυβερνιτική τεχνοκρατική ελιτ? Και μπορούμε να συνεχίζουμε για αρκετή ώρα να εκθέτουμε προσωπικά βιώματα από αντίστοιχες πρακτικές επιτήρησης.
Παρότι οι πρακτικές επιτήρησης στο σχολείο επιδιώκουν να διαμορφώσουν πειθαρχημένους μαθητές και εκπαιδευτικούς, η διαδικασία αυτή δεν είναι ποτέ απόλυτα επιτυχημένη. Σύμφωνα με τον Foucault, όπου υπάρχει εξουσία, υπάρχει και αντίσταση. Έτσι, ακόμη και μέσα σε ένα σύστημα συνεχούς παρακολούθησης, οι άνθρωποι δεν αποδέχονται πάντα παθητικά τους κανόνες και τους περιορισμούς που τους επιβάλλονται.
Η αντίσταση μπορεί να εκφραστεί με πολλούς τρόπους: όταν οι μαθητές αμφισβητούν κανόνες που θεωρούν άδικους, όταν αρνούνται να συμμορφωθούν πλήρως με τις προσδοκίες του σχολείου ή όταν διεκδικούν το δικαίωμα να εκφράζουν τη δική τους ταυτότητα και άποψη. Αντίστοιχα, και οι εκπαιδευτικοί ή άλλοι φορείς της σχολικής κοινότητας μπορούν να αμφισβητήσουν πρακτικές υπερβολικού ελέγχου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Browne (2015) υποστηρίζει ότι τέτοιες πράξεις αντίστασης δεν αναιρούν πλήρως την επιτήρηση, αλλά δημιουργούν ρωγμές μέσα σε αυτήν, επιτρέποντας έναν βαθμό αυτονομίας και τη δυνατότητα συλλογικής αμφισβήτησης των μηχανισμών ελέγχου και των ανισοτήτων που αυτοί συχνά αναπαράγουν. Επομένως, παρότι η επιτήρηση μπορεί να διαμορφώνει τη συμπεριφορά, δεν μπορεί ποτέ να εξαλείψει πλήρως τη δυνατότητα των υποκειμένων να αντιστέκονται και να επαναπροσδιορίζουν τον εαυτό τους.
Αντί επιλόγου
Η επιτήρηση στη ψηφιοποιημένη και ΑΙ πραγματικότητά μας, αποτελεί κομμάτι της καθημερινότητας. Ο τρόπος με τον οποίο θα λάβουν χώρα τα μαθήματα και οι αλληλεπιδράσεις μας ως συντρόφια στο ψηφιακό αυτό χώρο θα είναι με βίντεοκλήσεις σε ζωντανή μετάδοση και όχι με τη μορφή μαγνητοσκοπημένων διαλέξεων. Οι κάμερες αποτελούν αναπόσπαστα εργαλεία επιτήρησης στη καθημερινότητά μας. Παρόλα αυτά η παρουσία τους είναι ένα αναγκαίο κακό στα πλαίσια των μαθημάτων αυτών, καθώς θα προσδίδουν μια μεγαλύτερη αμεσότητα στην αλληλεπίδραση μας. Δε θα θέλαμε σε καμία περίπτωση να δράσουν ως παράγοντας πανοπτικής καταπίεσης. Δεν θα χρησιμοποιηθούν σε καμία περίπτωση για να επιβάλουν κάποια εξουσιαστική δυναμική την ώρα των μαθημάτων και η χρήση τους θα προσπαθήσουμε να περιοριστεί στο κομμάτι του συντονισμού και της συλλογικής οικοδόμησης της γνώσης. Σε περίπτωση που προκύψουν οποιεσδήποτε προβληματικές ο χώρος θα είναι πάντα ανοιχτός στα συντρόφια να τις φέρουν προς συζήτηση ώσπου να λυθούν, διασφαλίζοντας ότι η τεχνολογία λειτουργεί υποστηρικτικά και όχι καταπιεστικά.

Αφήστε μια απάντηση